Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Ο ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ "ΗΡΩΪΚΟΣ" ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΤΡΑΤΟΥ

Τό έργο «Ηρωϊκός» του Φιλόστρατου (συγγραφέως του έργου «Τα ες τον Τυανέα Απολλώνιον») ασχολείται με τα πρόσωπα και τα γεγονότα του Τρωϊκού πολέμου. Αποτελεί ένα διάλογο ανάμεσα σε έναν έμπορο απο τη Φοινίκη και έναν αμπελουργό της Θρακικής Χερσονήσου. Ο Φοίνικας έχει αποκλεισθεί με το καράβι του στη Θρακική Χερσόνησο από καταγίδα. Ο αμπελουργός έρχεται σε επαφή με την ψυχή του ήρωα Πρωτεσίλαου και απο εκείνον μαθαίνει για τους ήρωες και τα γεγονότα του Τρωϊκού πολέμου.

Ο Πρωτεσίλαος καταγόταν από τη Θεσσαλία και ήταν ο πρώτος που σκοτώθηκε όταν οι Έλληνες απεβιβάστηκαν στην Τροία. Τα κυριότερα πρόσωπα για τα οποία γίνεται λόγος στο έργο αυτό είναι ο Παλαμήδης, ο Οδυσσέας, ο Αίαντας και ο Αχιλλέας.Ο Παλαμήδης συνδεόταν με μεγάλη φιλία με τον Αχιλλέα και τον Αίαντα τον Τελαμώνιο. Παραθέτουμε μερικά αποσπάσματα απο το έργο αυτό του Φιλόστρατου.

Αμπελουργός:

O Πρωτεσίλαος λέει πως και ο ίδιος συναναστράφηκε με τον Χείρωνα μαζί με τον Παλαμήδη, τον Αχιλλέα και τον Αίαντα.
Κεφ. Χ,1 Για τον Παλαμήδη λέει τα εξής: Ήταν αυτοδίδακτος και, όταν πήγε στον Χείρωνα, ήταν ήδη σοφός και γνώριζε περισσότερα από εκείνον. Πρίν από τον Παλαμήδη δεν υπήρχαν οι έννοιες εποχή, ούτε κύκλος του μήνα, στον χρόνο δεν είχε δοθεί η ονομασία του έτους, δεν υπήρχαν νομίσματα, ούτε μέτρα, ούτε σταθμά, ούτε αρίθμηση, αλλά και κανένας έρωτας για τη σοφία επειδή δεν υπήρχαν ακόμη τα γράμματα. ...
Όταν ήταν οι Αχαιοί στην Αυλίδα, επινόησε τους πεσσούς (κάτι αντίστοιχο του σημερινού σκακιού), παιχνίδι όχι για τεμπελιά αλλά για όξυνση του νου και σοβαρή ενασχόληση.
Αυτό που ειπώθηκε από πολλούς ποιητές (ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Απολλόδωρος με τη Μυθολογία του), ότι δηλαδή κατά την εκστρατεία των Ελλήνων στην Τροία ο Οδυσσέας στην Ιθάκη παρίστανε τον τρελλό και προσπαθούσε να ζέψει σε άροτρο βόδι μαζί με άλογο και ότι ο Παλαμήδης αποκάλυψε την απάτη μέσω του Τηλέμαχου, λέει (ο Πρωτεσίλαος) ότι δεν είναι αληθές, διότι ο Οδυσσέας πήγε με μεγάλη προθυμία στην Αυλίδα και έγινε ονομαστός στους Έλληνες για τις ικανότητές του. Σε σύγκρουση με τον Παλαμήδη ήρθε αργότερα. Στην Τροία δηλαδή έγινε έκκλειψη Ηλίου και οι στρατιώτες έχασαν το κουράγιο τους, γιατί πίστεψαν πως αυτό το θεϊκό σημάδι προδιέγραφε το μέλλον τους. Ο Παλαμήδης τους μίλησε και εξήγησε το φαινόμενο, λέγοντας ότι, καθώς η Σελήνη κινείται, συσκοτίζει τον Ήλιο και προκαλεί τη θόλωσή του· τους είπε ακόμη ότι «αν προμηνύει κάποιο κακό, αυτό σίγουρα θα το πάθουν οι Τρώες, διότι εκείνοι ξεκίνησαν την αδικία κι εμείς έχουμε έρθει ως αδικημένοι. Πρέπει λοιπόν να προσευχηθείτε στον ανατέλλοντα Ήλιο και να του θυσιάσετε λευκό πουλάρι απ’ αυτά που περιφέρονται ελεύθερα». Οι Αχαιοί παραδέχτηκαν την ορθότητα των λόγων του, κάτι πού πάντα γινόταν με τον Παλαμήδη. Τότε όμως παρουσιάστηκε ο Οδυσσέας και είπε : «Για τις θυσίες και τις προσευχές και σε ποιόν πρέπει να γίνουν θα μας πεί ο Κάλχας, γιατί αυτά είναι θέματα της Μαντικής. Όσα πάλι συμβαίνουν στον ουρανό και αν υπάρχει αταξία και τάξη στά άστρα, τα γνωρίζει ο Δίας, διότι αυτός τα έχει επινοήσει και τοποθετήσει στη θέση τους. Όσο γιά σένα Παλαμήδη, θα φανείς λιγότερο μωρολόγος αν έχεις την προσοχή σου στραμμένη στη γη αντί να λές σοφιστείες για τα ουράνια φαινόμενα». Ο Παλαμήδης πήρε το λόγο και είπε: «Αν ήσουν σοφός Οδυσσέα, θα καταλάβαινες ότι κανείς δεν μπορεί να πεί κάτι σοφό για τα ουράνια φαινόμενα, αν δεν γνωρίζει καλύτερα τα γήϊνα. Δεν αμφιβάλλω πως ἐχεις μείνει πίσω σ’ αυτά, αφού λένε πως εσείς οι Ιθακήσιοι δεν έχετε ούτε εποχές, ούτε γή». Μετά από αυτά ο Οδυσσέας έφυγε εξοργισμένος και ο Παλαμήδης άρχισε να προετοιμάζεται για να αντιμετωπίσει το φθόνο του.
Κάποια φορά που συνεδρίαζαν οι Αχαιοί, έτυχε να πετούν γερανοί με τον συνηθισμένο τους τρόπο. Τότε ο Οδυσσέας κοίταξε τον Παλαμήδη και του είπε: «Οι γερανοί κάνουν μάρτυρες τους Αχαιούς ότι αυτοί βρήκαν τα γράμματα και όχι εσύ». Ο Παλαμήδης είπε : «Δεν βρήκα τα γράμματα, εκείνα βρήκαν εμένα. Βρίσκονταν από παλιά μέσα στον οίκο των Μουσών και χρειά-ζονταν άνδρα σαν και εμένα, διότι οι Θεοί τέτοια πράγματα φανερώνουν με τη μεσολάβηση σοφών ανδρών. Οι γερανοί δεν προσπαθούν να σχηματίσουν γράμματα, αλλά με το πέταγμά τους επαινούν την τάξη.».....
Από την Ίδη κατέβαιναν λύκοι και ορμούσαν στους νεαρούς που μετέφεραν τις αποσκευές και στα υποζύγια που ήταν γύρω στις σκηνές. Ο Οδυσσέας πρότεινε να πάρουν τόξα και ακόντια και να πάνε στην Ίδη για να κυνηγήσουν τους λύκους, όμως ο Παλαμήδης του είπε: «Οδυσσέα, ο Απόλλων χρησιμοποιεί τους λύκους ως προάγγελους λοιμού. Τους σκοτώνει βέβαια με το τόξο, όπως εδώ τα μουλάρια και τους σκύλους, όμως προηγουμένως τους στέλνει σε όσους πρόκειται να αρρωστήσουν, επειδή είναι ευνοϊκός προς τους ανθρώπους και για να τους προφυλάξει. Ας προσευχηθούμε λοιπόν στον Λύκιο και Φύξιο Απόλλωνα να απομακρύνει αυτά τα θηρία με τα τόξα του και να στρέψει το λοιμό προς τις κατσίκες, όπως λένε. Εμείς, Έλληνες, ας φροντίσουμε τους εαυτούς μας, γιατί πρέπει όσοι προσπαθούν να φυλαχτούν από επιδημίες να τρέφονται ελαφρά και να γυμνάζονται έντονα. Ιατρική βέβαια δεν κατέχω, όμως με τη σοφία όλα γίνονται κατανοητά». Με τα λόγια τούτα εμπόδισε την αγορά κρεάτων και τους είπε να μην χρησιμοποιούν τις στρατιωτικές τροφές. Φρόντισε οι στρατιώτες να τρέφονται με ξηρούς καρπούς και άγρια λαχανικά και όλοι τον υπάκουαν, διότι ό,τι έλεγε ο Παλαμήδης το θεωρούσαν θεόσταλτο και με ισχύ χρησμού. Πράγματι η επιδημία που προέβλεψε παρουσιάστηκε, πρώτα στίς πόλεις του Ελλησπόντου καθώς λένε, και μετά ενέσκηψε και στο Ίλιο. Από τους Έλληνες όμως δεν προσέβαλλε κανέναν, παρόλο που είχαν το στρατόπεδό τους σε μολυσμένη περιοχή. Για να βελτιώσει τον τρόπο ζωής και την άσκησή τους ακολούθησε την παρακάτω τακτική: Έριχνε στην θάλασσα εκατό πλοία και έβαζε τους στρατιώτες να επιβιβαστούν σε αυτά· αυτοί κωπηλατώντας συναγωνίζονταν ποιό καράβι θα περιπλεύσει ένα ακρωτήριο ή θα φτάσει σε κάποιο σκόπελο ή ποιοί από αυτούς που είχαν ξανοιχτεί στη θάλασσα θα φτάσουν πρώτοι σε λιμάνι ή ακτή. Κατάφερε μάλιστα να πείσει τον Αγαμέ-μνωνα να θεσπίσει έπαθλα για τους ταχύτερους ναυτικούς. Έτσι λοιπόν γυμνάζονταν διασκεδάζοντας και φρόντιζαν την υγεία τους. Τους εξηγούσε πως αφού η γη είχε μολυνθεί και βρίσκεται σ’ αυτήν την κατάσταση, είναι καλύτερη η θάλασσα και ασφαλέστερος ο θαλασσινός αέρας. Έτσι κέρδισε τον έπαινο όλων των Ελλήνων για τη σοφία του.
Ο Πρωτεσίλαος λέει σχετικά: Όταν ο Αχιλλέας ετοίμαζε την εκστρατεία κατά των νησιών και των παραθαλασσίων πόλεων, ζήτησε να εκστρατεύσουν οι Αχαιοί μαζί με τον Παλαμήδη. Ο Παλαμήδης πολεμούσε με γενναιότητα και σύνεση, ενώ ο Αχιλλέας ήταν ασυγκράτητος και η υπερβολική του ορμή τον οδηγούσε σε αταξία. Γι’ αυτό χαιρόταν όταν πολεμούσε μαζί του ο Παλαμήδης, διότι συγκρατούσε την ορμητικότητά του και του υπεδείκνυε πως πρέπει να πολεμά. Έμοιαζε με θηριοδαμαστή που μπορεί να ηρεμεί και να ξεσηκώνει γενναίο λιοντάρι και όλα αυτά τα έκανε χωρίς να αφήνει τη θέση του αλλά τοξεύοντας ταυτόχρονα και προφυλασσόμενος από τα βέλη, αποκρούωντας με την ασπίδα του και καταδιώκοντας τα στίφη των εχθρών. Αναχώρησαν λοιπόν χαρούμενοι και οι δυο και είχαν μαζί τους, τους Μυρμιδόνες και τους Θεσσαλούς από τη Φυλάκη. Ο Πρωτεσίλαος λέει πως παρέταξε και τη δική του δύναμη κάτω από την αρχηγία του Αχιλλέα και έτσι όλοι οι Θεσσαλοί ονομάσθηκαν Μυρμιδόνες. Οι πόλεις άρχισαν λοιπόν να κυριεύονται και έφταναν οι ειδήσεις για τα λαμπρά κατορθώματα του Παλαμήδη: διανοίξεις ισθμών, αλλαγή της πορείας ποταμών προς τις πόλεις, περιφράξεις λιμανιών, επιτειχίσματα και η νυχτερινή μάχη στην Άβυδο, τότε που πληγώθηκαν και ο Αχιλλέας αναχώρησε, ενώ ο Παλαμήδης δεν τα παράτησε και κυρίευσε την περιοχή, προτού φτάσουν μεσάνυχτα....
(Μετά την εκτέλεση του Παλαμήδη)
Απάνθρωπη ήταν και η διαταγή που εκδόθηκε έπειτα γι’ αυτόν : απαγορεύτηκε η ταφή του Παλαμήδη και ο εξαγνισμός του με χώμα και τέθηκε η ποινή του θανάτου γιά όποιον τον έπαιρνε και τον έθαβε. Την ώρα που διακηρύσσονταν αυτές οι αποφάσεις του Αγαμέμνονα, ο μέγας Αίαντας ρίχτηκε πάνω στο νεκρό και έκλαψε πολύ. Τον σήκωσε και τον πήρε, κουνώντας δεξιά και αριστερά το γυμνό σπαθί του και, αφού τον έθαψε με τον καθιερωμένο τρόπο, παρά την απαγόρευση, έπαψε να παρουσιάζεται στις συνελεύσεις των Ελλήνων, δεν συμμετείχε στις αποφάσεις, ούτε έπαιρνε μέρος στις μάχες. Όταν επέστρεψε ο Αχιλλέας μετά την άλωση της Χερσονήσου, οργίστηκαν και οι δύο γι’ αυτό που είχε γίνει στον Παλαμήδη.
Του Αίαντα όμως η οργή κράτησε λίγο, διότι, μόλις αντιλήφθηκε ότι οι σύμμαχοι βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, τους συμπόνεσε και παραμέρισε την οργή. Ο θυμός του Αχιλλέα όμως κράτησε πολύ, και μάλιστα συνέθεσε με τη λύρα του ωδή για τον Παλαμήδη και τον υμνούσε όπως τους παλιούς ήρωες. Επιθυμούσε να παρουσιαστεί εκείνος στ΄ όνειρό του και γι’ αυτό έκανε σπονδές χρησιμοποιώντας κρατήρα, από τον οποίο πίνει ο Ερμής για να στείλει όνειρα. Ο ήρωας ήταν αξιαγάπητος καθώς φαίνεται και άξιος να υμνηθεί όχι μόνο από τον Αχιλλέα, αλλά απ’ όλους εκείνους που αγαπούσαν τη γενναιότητα και τη σοφία· και ο Πρωτεσίλαος κάθε φορά που θυμόμαστε τον Παλαμήδη, χύνει άφθονα δάκρυα, επαινώντας το θάρρος του γενικά αλλά ιδιαιτέρως αυτό που έδειξε την ώρα του θανάτου. Ο Παλαμήδης δεν ικέτευσε, δεν είπε κάτι που να προκαλέσει οίκτο, δεν θρήνησε. Τα μόνα λόγια του ήταν: «Σε λυπάμαι αλήθεια, γιατί εσύ χάθηκες πριν από εμένα» (ελεώ σε, αλήθεια, συ γαρ εμού προαπόλωλας) και με το κεφάλι όρθιο δέχτηκε τους λίθους, έχοντας συναισθανθεί πως η δικαιοσύνη θα είναι με το μέρος του.

Φοίνικας:

Μπορώ να έχω μπροστά στα μάτια μου τον Παλαμήδη, αμπελουργέ, όπως τον Νέστορα και τον Σθένελο, ή για τη μορφή του δεν λέει τίποτα ο Πρωτεσίλαος;

Αμπελουργός:

Μπορείς ξένε· πρόσεχε. Το ύψος του ήταν σχεδόν σαν του μεγάλου Αίαντα και η ομορφιά του εφάμιλλη με του Αχιλλέα, του Αντίλοχου, του Πρωτεσίλαου – όπως λέει ο ίδιος – και του Τρωαδίτη Εύφορβου (ενσάρκωση του Πυθαγόρα). Είχε γένια απαλά που σχημάτιζαν σιγά σιγά βόστρυχους, μαλλιά κοντά και τα φρύδια έδιναν ευγένεια στην μορφή του, ήταν ευθύγραμμα και έσμιγαν πάνω από τη συμμετρική και καλοσχηματισμένη μύτη του. Το βλέμμα του στις μάχες ήταν σταθερά προσηλωμένο και φοβερό, στην ανάπαυλα της μάχης φιλικό και οι ματιές γεμάτες καλοσύνη· λένε μάλιστα πως είχε τα μεγαλύτερα μάτια απ’ όλους τους ανθρώπους. Λένε ακόμα οτι ο Παλαμήδης γυμνός ήταν κάτι ανάμεσα σε βαρύ και ελαφρύ αθλητή και το πρόσωπό του ήταν ξηρό, αλλά πιο ωραίο από τους χρυσούς πλόκαμους του Εύφορβου. Η ξηρότητα του προσώπου του οφειλόταν στο ότι κοιμόταν όπως τύχαινε· πολλές φορές μάλιστα, σε περιόδους ανακωχής, κατασκήνωνε στην κορυφή της Ίδης, διότι οι σοφοί από τις κορυφές μπορούν να μελετούν και να κατανοούν τα ουράνια φαινόμενα. Στην Τροία δεν είχε οδηγήσει ούτε πλοίο ούτε άνδρες, αλλά είχε πάει με μικρό σκάφος μαζί με τον άδερφό του τον Οίακα, καθότι, λένε, θεωρούσε ότι ο ίδιος κάνει για πολλά χέρια. Δεν είχε ακόλουθο, ούτε κάποια υπηρέτρια ούτε Τέκμησσα ή Ίφη για να τον λούζει και να του στρώνει το κραβάτι, αλλά όλα τα έκανε μόνος του και χωρίς τα απαραίτητα σκεύη. Όταν κάποτε του είπε ο Αχιλλέας: «Παλαμήδη, ο κόσμος θα σε θεωρήσει αγροίκο επειδή δεν έχεις κάποιο να σε υπηρετεί», απάντησε: «Κι αυτά Αχιλλέα, τι είναι;» απλώνοντας τα δυό του χέρια. Όταν οι Αχαιοί του έδωσαν χρήματα από φορολογία και τον προέτρεπαν να μαζεύει πλούτη είπε: «Δεν τα παίρνω, διότι εγώ κι εσάς προτρέπω να είστε φτωχοί και δεν μ’ ακούτε». Όταν τον ρώτησε κάποτε ο Οδυσσέας μετά την επιστροφή του από την παρατήρηση του ουρανού: «Τι περισσότερο από εμάς βλέπεις στον ουρανό;» του απάντησε: «τους κακούς». Θα ήταν βέβαια προτιμότερο αν είχε μάθει τους Αχαιούς με ποιό τρόπο μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τους κακούς· έτσι δεν θα τους παράσυρε ο Οδυσσέας όταν τον κατηγόρησε ασύστολα με ψευτιές και πανουργίες. Η φωτιά πού λέγεται πως άναψε ο Ναύπλιος (ο πατέρας του Παλαμήδη) κατά των Ελλήνων στον κόλπο της Εύβοιας (*) λέει πως είναι αλήθεια και πως ότι έγινε ήταν για χάρη του Παλαμήδη από τις Μοίρες και τον Ποσειδώνα, χωρίς ίσως να το θέλει, ξένε, η ψυχή του Παλαμήδη που, όντας σοφός, τους συγχώρεσε, φαντάζομαι για την απάτη. Τον έθαψαν ο Αχιλλέας κι ο Αίαντας στη χώρα των Αιολέων, που συνορεύει με την Τροία. Οι ίδιοι έφτιαξαν και ιερό για χάρη του, πολύ αρχαιοπρεπές, όπου τοποθετήθηκε το άγαλμα του Παλαμήδη, που τον παριστάνει γενναίο και οπλισμένο, και πηγαίνουν να του προσφέρουν θυσίες οι κάτοικοι των παραθαλάσσιων πόλεων. Αυτό το ιερό πρέπει να το αναζητήσεις στη Μήθυμνα και στη Λεπέτυμνο, που είναι ψηλό βουνό και ξεχωρίζει πάνω από τη Λέσβο.


(*) Ο Ναύπλιος - ο πατέρας του Παλαμήδη - για να εκδικηθεί για το θάνατο του παιδιού του, άναψε μεγάλη φωτιά τη νύχτα πάνω σε υφάλους κοντά στο ακρωτήριο Καφηρέας, την ώρα που το κύριο μέρος του Ελληνικού στόλου επέστρεφε από την Τροία. Οι Έλληνες τότε υπέθεσαν πως προσέγγιζαν κάποιο λιμάνι και κατευθύνθηκαν προς το φως με αποτέλεσμα τα πλοία τους να χτυπήσουν στους ύφαλους και να γίνουν συντρίμια.

1 σχόλιο:

  1. Ευχαριστώ πολύ για το έξοχο άρθρο! να είστε καλά, και "πάντα τέτοια!"

    ΑπάντησηΔιαγραφή